Έρευνα: Μόνο τα φάρμακα για το διαβήτη δεν μειώνουν τον κίνδυνο καρδιακού νοσήματος
Tα φάρμακα που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία του διαβήτη δεν περιορίζουν τη φλεγμονή που συνδέεται με τις καρδιοπάθειες, ανέφεραν χθες Τρίτη αμερικανοί ερευνητές σε μελέτη τους που υπογραμμίζει την ανάγκη για σωστή διατροφή και σωματική άσκηση.Τόσο τα καρδιακά νοσήματα όσο και ο διαβήτης είναι φλεγμονώδεις ασθένειες και οι ερευνητές θεωρούν ότι ο έλεγχος του διαβήτη θα επηρεάσει θετικά.
"Την εποχή που ξεκινήσαμε τις δοκιμές, θεωρούσαμε ότι αν ελέγξουμε το διαβήτη, θα μειώσουμε τις φλεγμονές", είπε η δρ Αρούνα Πραντάν του Brigham & Women's Hospital και της Ιατρικής Σχολής του Harvard στη Βοστώνη, η έρευνα της οποίας δημοσιεύεται στην Επιθεώρηση της Αμερικανικής Ιατρικής Ένωσης.
"Αυτή η έρευνα δείχνει ότι μόνο μειώνοντας τη γλυκόζη δεν επηρεάζεται ένας σημαντικός παράγοντας κινδύνου για την καρδιακή νόσο και αυτός είναι η φλεγμονή", είπε σε τηλεφωνική της συνέντευξη η Πραντάν.
Η ίδια πρόσθεσε ότι τα υπάρχοντα στοιχεία μπορούν να βοηθήσουν στην ερμηνεία των ευρημάτων μίας σειράς εκτενών μελετών για το διαβήτη που συμπεραίνουν ότι ο επιθετικός έλεγχος του επιπέδου της γλυκόζης στο αίμα δεν συμβάλλει πολύ στην προστασία κατά του εμφράγματος και του εγκεφαλικού.
"Το να αντιμετωπίζουμε απλά το διαβήτη δεν δείχνει να ωφελεί την πρόληψη αυτών των αγγειακών περιστατικών", είπε η ίδια.
Εκτιμάται ότι 23,6 εκατομμύρια άνθρωποι στις ΗΠΑ και 246 εκατομμύρια παγκοσμίως πάσχουν από διαβήτη.
Οι περισσότεροι υποφέρουν από διαβήτη τύπου 2, που συνδέεται με την κακή διατροφή και την έλλειψη σωματικής άσκησης.
Οι διαβητικοί ενήλικες έχουν δύο με τέσσερις φορές περισσότερες πιθανότητες να υποστούν εγκεφαλικό ή να εμφανίσουν κάποιο καρδιακό νόσημα σε σχέση με τους μη διαβητικούς.
Το 75% των διαβητικών πεθαίνουν από καρδιακό νόσημα ή από εγκεφαλικό, σύμφωνα με την Αμερικανική Καρδιολογική Ένωση.
ΘΕΡΑΠΕΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΔΙΑΒΗΤΗ
Η Πραντάν και οι συνεργάτες της πραγματοποίησαν την έρευνα σε δείγμα 500 ανθρώπων με διαβήτη τύπου 2 για να διαπιστώσουν αν η ινσουλίνη ή το χάπι μετφορμίνη για το διαβήτη, ή και τα δύο, μπορούν να μειώσουν τα επίπεδα των δεικτών φλεγμονής, όπως η C-αντιδρώσα πρωτεΐνη CRP (μία πΤέλοςφόρμαςΑρχήφόρμαςολυλειτουργική κυτοκίνη (μικρή πρωτεΐνη) η οποία θεωρείται σημαντική στον μεταβολισμό της γλυκόζης και των λιπών και ονομάζεται ιντερλευκίνη-6) και ο διαλύτης υποδοχέων 2 του παράγοντα νέκρωσης όγκου (sTNFr2), ο οποίος παίζει σημαντικό ρόλο στις αυτοάνοσες παθήσεις.
Όσοι συμμετείχαν στην έρευνα έλαβαν ινσουλίνη και ένα ψευδοφάρμακο (χάπι placebo), μόνο μετφορμίνη ή μετφορμίνη με ινσουλίνη.
Μετά από 14 εβδομάδες, η ομάδα διαπίστωσε ότι τα φάρμακα βοήθησαν στη μείωση των επιπέδων της γλυκόζης στο αίμα, αλλά είχαν μικρή επίδραση στη φλεγμονή.
Η Πραντάν επισήμανε ότι όσοι συμμετείχαν στην έρευνα ήταν παχύσαρκοι, με δείκτη μάζας σώματος (ΒΜΙ) 36.
Ο ΔΜΣ ισούται με το βάρος σε κιλά διαιρούμενο με το ύψος σε εκατοστά. Κάποιος με ΔΜΣ 25 ως 29 θεωρείται υπέρβαρος, ενώ από 30 και πάνω παχύσαρκος.
Η Πραντάν είπε ότι η μελέτη της επιβεβαιώνει την ανάγκη οι διαβητικοί να έχουν σωματική δραστηριότητα, να κάνουν υγιεινή διατροφή και να έχουν το σωστό βάρος.
Ορισμένοι ενδέχεται να χρειάζεται να λαμβάνουν στατίνες και ασπιρίνη για να ελέγχουν τον κίνδυνο να εμφανίσουν καρδιακό νόσημα.
Και πρόσθεσε ότι οι διαβητικοί σαφώς και χρειάζεται να ελέγχουν τα επίπεδα της γλυκόζης στο αίμα τους για να μειώνουν τον κίνδυνο άλλων επιπλοκών, όπως τα προβλήματα στα μάτια και στα νεφρά και την καταστροφή των αιμοφόρων αγγείων που μπορεί να οδηγήσει σε ακρωτηριασμούς.
Πηγή: health.ana-mpa.gr









